ρούσκος

(ρούσκος ο ακιδωτός). Πολυετές, αείφυλλο, φρυγανώδες θαμνίο της οικογένειας των Λειλιιδών ή Λειριιδών (μονοκοτυλήδονα)· συναντάται αυτοφυές σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε ορεινές κυρίως τοποθεσίες, και είναι γνωστό με τα κοινά ονόματα: ρουσκοκούκκι, αγριομερσίνη, λαγομηλιά, κουρελιά. Γνωστή είναι η αρκετά διακλαδιζόμενη και αγκαθωτή μορφή του, που οφείλεται στα μυτερά φυλλώδη όργανα που φέρει· μόνο ο βλαστός και τα πρώτα κλαδιά είναι κυλινδρικά, ενώ τα υπόλοιπα, γνωστά ως κλαδώδια ή φυλλοκλάδια, διαπλατύνονται και γίνονται ωοειδή και μυτερά όπως τα φύλλα. Πράσινα και δερματώδη, εκτελούν επιπλέον τη χλωροφυλλική λειτουργία, υποκαθιστώντας τα φύλλα, τα οποία είναι πολύ μικρά, σαν μεμβρανώδη λέπια, τοποθετημένα στη βάση των φυλλοκλαδίων, και τα οποία γρήγορα πέφτουν. Από τη μέση του φυλλοκλαδίου και στη μασχάλη μικρού λογχοειδούς βρακτίου αναπτύσσονται 1-2 άνθη, μικρά και πρασινωπά, που δίνουν ως καρπούς τυπικές ράγες, σφαιρικές, γυαλιστερές και κόκκινες, που έρχονται σε αντίθεση με το βαθύ πράσινο χρώμα του φυτού: κατά την ωρίμανση των καρπών τον χειμώνα, οι κομμένοι κλάδοι του φυτού χρησιμοποιούνται για διακοσμητικούς σκοπούς. Οι νεαροί τρυφεροί βλαστοί του τρώγονται ως λαχανικό γιατί έχουν γεύση σπαραγγιών, ενώ τα σπέρματά του καβουρδίζονται και χρησιμοποιούνται και ως υποκατάστατο του καφέ· από τη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιείται το ρίζωμα του ρ. που φαίνεται ότι έχει διουρητικές ιδιότητες. Το συγγενές είδος ρούσκος το υπόγλωσσο έχει φυλλοκλάδια μεγαλύτερα και όχι αγκαθωτά. Και τα δυο είδη αντέχουν στη σκιά. Φυτεύονται στους κήπους και στις γλάστρες για καλλωπιστικούς σκοπούς. Πολλαπλασιάζονται με χώρισμα της τούφας τον χειμώνα. Κλαδί με ράγες του ρούσκου του ακιδωτού.
* * *
ο, Ν
βοτ.
το φυτό οξυμυρσίνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. ruscus < λατ. ruscus «είδος φυτού»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λαγομηλιά — η κοινή ονομασία δύο ειδών φυτών τού γένους ρούσκος …   Dictionary of Greek

  • ρουσκοκούκκι — το, Ν βοτ. κοινή ονομασία γένους φυτών, που είναι γνωστό με τη λόγια ονομασία οξυμυρσίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρούσκος (< λατ. ruscus, i) + κουκκί] …   Dictionary of Greek

  • σκίγκος — (scincus). Φολιδωτό ερπετό της οικογένειας των Σκιγκιδών, της υπόταξης των σαυροειδών. Ζει στις ερημικές ζώνες της νοτιοδυτικής Ασίας και της Β. Αφρικής. Στο γένος χαλκίδης της ίδιας οικογένειας ανήκουν ο χαλκίδης ο τριδάκτυλος, συνολικού μήκους… …   Dictionary of Greek

  • κλαδώδιο ή φυλλοκλάδιο — Βλαστός με τη μορφή φύλλου, δηλαδή πράσινος, διαπλατυσμένος και συχνά ωοειδής ή επιμήκης. Τα κ. φέρονται από φυτά που δεν έχουν πραγματικά φύλλα και επιτελούν τη λειτουργία της φωτοσύνθεσης λόγω της χλωροφύλλης που περιέχουν. Χαρακτηριστικό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.